Κάτι ανιαρό συμβαίνει στο βασίλειο του Dyfed

Με τους action τίτλους τρίτου προσώπου να κατακλύζουν την αγορά -όσο περνάει ο καιρός- η inXile Entertainment έρχεται να επωφεληθεί από την έντονη αποδοχή του είδους από το κοινό, προσπαθώντας να προσφέρει μία πρωτότυπη εμπειρία, τουλάχιστον στα χαρτιά... Το Hunted: The Demon’s Forge μας μεταφέρει σε έναν High Fantasy κόσμο, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των τίτλων του είδους που μας τοποθετούν στην σύγχρονη ή μελλοντική εποχή, στοχεύοντας μάλιστα πλήρως στην –πάντα διασκεδαστική- co-op εμπειρία.

Δυστυχώς, το τελικό αποτέλεσμα δείχνει έντονα πως αποτελεί προϊόν μικρού προϋπολογισμού αλλά και τεχνικών περιορισμών, με τον τίτλο να μην καταφέρνει να προσφέρει την ένταση και το θέαμα που επιβάλλεται σε τίτλους του είδους.

Να πατήσω ή όχι το “skip” σε αυτήν την cutscene;

Ο κόσμος του Hunted θα φανεί άμεσα γνώριμος σε όποιον έχει ασχοληθεί έστω και λίγο με βιντεοπαιχνίδια ή ταινίες που διαδραματίζονται σε High Fantasy κόσμους. Η πλήρης έλλειψη φαντασίας στο σενάριο και η απελπιστικά υποτυπώδης πλοκή, δίνουν την εντύπωση πως οι σεναριογράφοι αρκέστηκαν απλά στα άκρως απαραίτητα ώστε να δικαιολογείται η ύπαρξη διαλόγων. Το απλοϊκό σενάριο, λοιπόν, κάνει λόγο για το ρημαγμένο βασίλειο του Dyfed από τις βίαιες επιθέσεις των Wargar, που δεν αποτελούν κάτι περισσότερο από Orcs με διαφορετική ονομασία, οι οποίοι υποκινούνται από έναν διαβολικό αυτοκράτορα.

Οι πρωταγωνιστές του τίτλου εντοπίζονται στα πρόσωπα του Caddoc και του ξωτικού ονόματι E’lara, δύο μισθοφόρων που τους συναντάμε απότομα στο εισαγωγικό βίντεο του τίτλου. Και λέμε απότομα, διότι η πλοκή μάς τους συστήνει απλά ως δύο συντρόφους, χωρίς να κάνει λόγο ποτέ για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκαν ή γενικότερα την οποιαδήποτε πληροφορία πίσω από τη σχέση των δύο χαρακτήρων. Τα μοναδικά στοιχεία που μας δίνονται βρίσκονται στο “βιογραφικό” τους σημείωμα στα μενού, που προσφέρουν κοινότυπες πληροφορίες δίχως κανένα ενδιαφέρον.

Ως εκ τούτου, εξαρχής δε δημιουργείται καμία χημεία μεταξύ των πρωταγωνιστών, κάτι που δεν διορθώνεται στη συνέχεια εξαιτίας των προχειροφτιαγμένων διαλόγων. Μπορεί να μιλάνε αρκετά συχνά μεταξύ τους κατά τη διάρκεια των επιπέδων, εντούτοις, για κάθε ένα εύστοχο σχόλιο υπάρχουν άλλα εννιά που ούτε κωμικά καταφέρνουν να είναι, ούτε να προσφέρουν κάτι παραπάνω από χλιαρές αντιδράσεις στα τεκταινόμενα. Η πλοκή γενικότερα δεν έρχεται να προσφέρει οποιαδήποτε εξέλιξη ικανή να τραβήξει το ενδιαφέρον, ενώ το σενάριο καταλήγει σε ένα εντελώς αδιάφορο φινάλε, που το πιθανότερο είναι ότι θα το έχετε ξεχάσει μέχρι να τελειώσουν τα credits.

Προχωρήστε, σκοτώστε, επαναλάβατε… 

Περνώντας στο κομμάτι του gameplay, η κατάσταση δυστυχώς δεν καλυτερεύει ιδιαίτερα. Το gameplay σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κακό ή προβληματικό -δεδομένου ότι δεν ήρθαμε αντιμέτωποι με οποιαδήποτε bugs ή αψυχολόγητες αντιδράσεις της τεχνητής νοημοσύνης. Από την άλλη μεριά δεν έρχεται να προσφέρει την παραμικρή φρέσκια ιδέα.

Σίγουρα δεν περιμένουμε από κάθε τίτλο την επανάσταση, αλλά σε αυτήν την περίπτωση οι δημιουργοί έχουν ακολουθήσει σε τέτοιο βαθμό την πεπατημένη, που η διαρρύθμιση των περιβαλλόντων είναι εξαιρετικά κοινότυπη, ενώ η έντονη επανάληψη των εχθρών που αντιμετωπίζουμε με ελάχιστες εκπλήξεις κουράζει γρήγορα. Δεδομένου ότι τοποθετούμαστε σε αυτόν τον γνώριμο φανταστικό κόσμο, η πλειοψηφία των μαχών γίνεται είτε με την χρήση σπαθιών –και όλων των σχετικών όπλων- είτε με την χρήση τόξων. Η διαφορετικότητα των δύο χαρακτήρων εντοπίζεται στη δεινότητα του Caddoc με τα melee όπλα και της υψηλής δεξιότητας της E’lara με τα τόξα.

Το Hunted, λοιπόν, μας δίνει τη δυνατότητα –ουσιαστικά- να ασχοληθούμε με τον τίτλο ως ένα άλλο button mashing ή ως shooter. Οποιαδήποτε μορφή combo απλά απουσιάζει, καθώς μπορούμε απλά να πατάμε το κουμπί της γρήγορης ή της δυνατής επίθεσης. Τα τόξα, από την άλλη πλευρά, χωρίζονται σε αυτά που εκτοξεύουν βέλη με κανονικό ρυθμό, γρήγορο ρυθμό (ως μία άλλη μορφή πολυβόλου) ή αργό με τη δυνατότητα για zoom (ως ένα άλλο sniper).

Ένα αρκετά πρωτότυπο στοιχείο, όχι όσον αφορά το είδος βέβαια αλλά κυρίως όσον αφορά τον φανταστικό κόσμο στον οποίο βρισκόμαστε, εντοπίζεται στη δυνατότητα για κάλυψη. Πατώντας το Α, λοιπόν, ο χαρακτήρας μας δύναται να καλυφθεί σε διάφορες επιφάνειες, ώστε να αποφύγει τα εχθρικά βέλη. Δυστυχώς, στις περισσότερες των περιστάσεων δύσκολα θα χρησιμοποιήσετε αυτή τη δυνατότητα, καθώς υπάρχουν πολλοί εχθροί που φέρουν σπαθιά και έρχονται κατευθείαν κατά πάνω μας, αναγκάζοντάς μας να εγκαταλείψουμε την κάλυψή μας. Επιπλέον, είναι απλά ευκολότερο να πλησιάσουμε τους εχθρικούς τοξότες πλαγιοδρομώντας, ώστε να τους εξοντώσουμε ευκολότερα.

{PAGE_BREAK}

Η δομή των επιπέδων συνεχώς επαναλαμβάνεται, μεταφέροντάς μας σε ξεκάθαρες αρένες, όπου θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε κύματα εχθρών, μόνο για να συνεχίσουμε στην επόμενη αρένα, ώστε να επαναλάβουμε τη διαδικασία με τη συνταγή να αλλάζει ελάχιστα στη συνολική περιπέτεια των –περίπου- δέκα ωρών. Τα τρία bosses που θα συναντήσουμε δεν καταφέρνουν στο ελάχιστο να προσφέρουν οποιαδήποτε ένταση, σχεδιασμένα με μηδαμινή φαντασία στις ρουτίνες επιθέσεών τους αλλά και στον τρόπο με τον οποίο εξοντώνονται. Κατά την ενασχόλησή μας διαπιστώσαμε ότι η E’lara είχε το πάνω χέρι στις μάχες, καθώς το τόξο της προκαλεί αρκετά μεγάλη ζημιά στους εχθρούς, ενώ η αυτονόητη δυνατότητά της να επιτίθεται από μακριά, της δίνει το προβάδισμα στην ασφαλή αντιμετώπιση των εχθρών. Επιπροσθέτως, η ικανότητά της να πετάει εκρηκτικά βέλη, της παρέχει μία εξαιρετική δύναμη πυρός, με τον Caddoc τελικά να δείχνει πως βρίσκεται εκεί απλά για την υποστήριξή της, δημιουργώντας εύλογα την εντύπωση πως έχουμε ένα άνισο ζευγάρι ηρώων.

Έλλειψη φαντασίας υπάρχει και στις ειδικές ικανότητες των δύο χαρακτήρων. Το RPG στοιχείο βρίσκεται στην πλέον ελαφριά μορφή του καθώς υπάρχουν διαθέσιμα μόνο έξι skills για κάθε ήρωα με τρία επίπεδα αναβάθμισης το κάθε ένα, ενώ τα τρία εξ αυτών είναι ίδια και για τους δύο χωρίς να είναι σε θέση να προσφέρουν την απαιτούμενη ποικιλομορφία στο gameplay.

Περιφερόμενοι στο ανιαρό βασίλειο του Dyfed 

Τεχνικά ο τίτλος βρίσκεται σε κάτω του μετρίου επίπεδα. Η παλέτα των χρωμάτων είναι ιδιαίτερα μουντή ενώ και τα textures δεν είναι σχεδιασμένα με ιδιαίτερη λεπτομέρεια. Ο παρωχημένος τεχνικός τομέας αποτελεί και τον κυριότερο λόγο για τον οποίο το co-op στην ίδια κονσόλα με τη μέθοδο του split screen είναι απαγορευτική. Αν και το frame rate παραμένει σταθερό, η οθόνη χάνει πολύ από το συνολικό της μέγεθος από αριστερά και από δεξιά ενώ, λόγω του μουντού οπτικού τομέα, είναι αρκετά δύσκολο να διακρίνουμε την δράση, γεγονός που οδηγεί γρήγορα στην κούραση των ματιών.

Τα περιβάλλοντα όπου θα βρεθούμε έχουν μία σχετική ποικιλομορφία, μεταφέροντάς μας σε δασώδεις εκτάσεις, ρημαγμένες πόλεις και σπήλαια, αλλά δεν έρχονται να προσφέρουν κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί σε πληθώρα τίτλων με καλύτερο εικαστικό αποτέλεσμα. Ειδικά τα σημεία όπου θα ταξιδέψουμε σε σπήλαια είναι πέραν του δέοντος σκοτεινά, επιτρέποντάς μας πολλές φορές να βλέπουμε μόνο σε έκταση 2-3 μέτρων μπροστά μας.

Όπως είναι φυσικό υπάρχει η δυνατότητα να ασχοληθούμε σε online επίπεδο με το co-op του τίτλου, μέθοδος η οποία ενδείκνυται. Το Hunted: The Demon's Forge είναι φυσικά πιο διασκεδαστικό όταν έχουμε και ένα φίλο στο πλευρό μας, παρόλο που υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία που να απαιτούν τη συνεργασία των δύο χαρακτήρων. Επιπροσθέτως, αξίζει να αναφερθούμε και στη δυνατότητα που προσφέρεται για τη δημιουργία δικών μας επιπέδων. Χωρίς να παρέχει μεγάλη σχεδιαστική ελευθερία, το παιχνίδι μας επιτρέπει να επιλέγουμε μεταξύ προσχεδιασμένων επιπέδων, αριθμού και τύπου εχθρών καθώς και ικανοτήτων ή “δώρων” που θα κερδίζουν οι χαρακτήρες μας.

Τελικά συμπεράσματα

Εν κατακλείδι, το πόνημα της inXile Entertainment δεν καταφέρνει παρά να αποτελεί αυτό που θα λέγαμε ως τον ορισμό του μέτριου τίτλου, σε ένα είδος που κατακλύζεται από παραγωγές υψηλής ποιότητας. Ακολουθώντας κατά γράμμα άγραφους κανόνες του είδους, η δράση που προσφέρει, παρότι τοποθετημένη σε αυτόν τον φανταστικό κόσμο, δεν καταφέρνει να μας δώσει κάτι ξεχωριστό.

Οι δύο ήρωες έχουν ελάχιστο βάθος στους gameplay μηχανισμούς τους, οι χαρακτήρες τους είναι εξαιρετικά ρηχοί- απωθώντας οποιαδήποτε δημιουργία ενδιαφέροντος για τις τύχες τους- ενώ οι συγκρούσεις επαναλαμβάνονται με ελάχιστες εκπλήξεις έως το τέλος του τίτλου. Εάν επιθυμείτε μία ανάλαφρη co-op εμπειρία εν όψει του “ξερού” -από άποψη κυκλοφοριών- καλοκαιριού, σας προτείνουμε να το νοικιάσετε με έναν φίλο σας. Στην τιμή που διατίθεται, όμως, η αγορά πολύ δύσκολα δικαιολογείται.

Νικόλας Μαρκόγλου

Θετικά

  • Αρκετά πιο διασκεδαστικό σε online co-op

Αρνητικά

  • Το offline coop κουράζει γρήγορα τα μάτια
  • Επαναλαμβανόμενη δράση
  • Αδιάφοροι χαρακτήρες και σενάριο
  • Παρωχημένος τεχνικός τομέας

Βαθμολογία

Νικόλας  Μαρκόγλου

Η αγάπη του Νικόλα για το gaming ξεκίνησε από πολύ νωρίς χάρη στο Atari 2600. Έκτοτε, το πάθος του για τα βιντεοπαιχνίδια αυξήθηκε με γεωμετρικούς ρυθμούς με ιδιαίτερη έμφαση στο console gaming και ιδίως στα FPS, action-adventure και οτιδήποτε έχει την indie “ταμπέλα”. Ο κινηματογράφος έρχεται στην πολύ κοντινή δεύτερη θέση στα χόμπι του, παρακολουθώντας ένα μεγάλο εύρος ταινιών από την αξεπέραστη εποχή του ασπρόμαυρου σινεμά μέχρι τα blockbusters του “ψηφιακού” Hollywood.

Συμμετεχουν