


Citius, Altius, Fortius.
Citius, Altius, Fortius.
To δεύτερο μέρος μια σειράς οφείλει πάντα να πληροί κάποιες προϋποθέσεις. Είτε μιλάμε για gaming, είτε για κινηματογράφο, είτε γενικά για οποιοδήποτε μέσο. Δεν έχει σημασία. Είναι το δεύτερο μέρος μιας δημιουργίας και οφείλει να είναι καλύτερο από τον προκάτοχό του. Η ύπαρξη και μόνο μιας συνέχειας, προϋποθέτει ότι το πρώτο μέρος είχε ανταπόκριση, και επομένως το κοινό περιμένει κάτι νέο και βελτιωμένο. Και κάπου εδώ μπαίνουν στην εξίσωση οι απαιτήσεις του κοινού που καλείται να αντιμετωπίσει ο developer σε κάθε παιχνίδι που ο τίτλος του τελειώνει με το νούμερο δύο. Αυτό που προσδοκά κάποιος από ένα sequel λοιπόν, είναι συνήθως λίγο οξύμωρο για το δημιουργό, καθώς η βασική κατεύθυνσή του κυμαίνεται στο: “Θέλουμε το δεύτερο μέρος να είναι κάτι νέο και φρέσκο, αλλά χωρίς να είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που αρχικά αγαπήσαμε και νιώθουμε οικία στον κόσμο του”.
Αυτή είναι και η χρυσή τομή που πρέπει να βρει ο developer. Το να πάρει κάτι που είναι ήδη καλό, και χωρίς να μεταβάλει πολύ την αρχική του σύσταση, να το εξελίξει, να το ανανεώσει και να διορθώσει τα λάθη του πρώτου μέρους. Αν τώρα για να τα κάνει όλα αυτά, χρειαστεί να μεγαλώσει αρκετά και τον κόσμο του παιχνιδιού, ποιοι είμαστε εμείς να του το αρνηθούμε; Κάπως έτσι λοιπόν, το Gravity Rush 2 συνεχίζει τη δύσκολη πορεία του προς την καταξίωση. Από έναν τίτλο που αρχικά “θυσιάστηκε” στο βωμό του PS Vita, στη συνέχεια κατάφερε να βρει το δρόμο του στο PS4 μέσω remaster έκδοσης χωρίς ποτέ να αποκτήσει την βαρύτητα (sic) άλλων exclusives, και ακολούθως, έφτασε και σε ένα εξαιρετικό sequel. Μπορεί να γινόμαστε κουραστικοί, καθώς τα είπαμε και στο review του remaster, αλλά κάποιες φορές αξίζει τον κόπο να επαναλαμβάνεσαι: Αυτοί είναι οι τίτλοι που το σημερινό gaming έχει ανάγκη, και αυτοί είναι οι τίτλοι που τείνουν να εξαλειφθούν τα τελευταία χρόνια.

Ας αφήσουμε όμως τους διθυράμβους, για να δούμε τι είναι αυτό που κάνει το Gravity Rush 2 τόσο καλό. Μετά το τέλος του πρώτου παιχνιδιού και το mini anime που μεσολάβησε των δύο κυκλοφοριών (που και να μην το δει κάποιος, δεν χάνει και πολλά), συναντάμε την Kat και τον Syd, σε μια νέα πόλη, μακριά από το Hekseville. Η ηρωίδα μας έχει καταλήξει εκεί μετά από μια βαρυτική καταιγίδα στην οποία έχασε και την Dusty, την γάτα που της παρείχε μέχρι τότε τη δύναμη να χαλιναγωγεί τη βαρύτητα. Χωρίς δυνάμεις πλέον, εργάζεται στα ορυχεία της πόλης και ζει υπό αντίξοες συνθήκες διαβίωσης, όπως και όλοι οι υπόλοιποι κάτοικοι.
Αυτό αποτελεί μόνο την αρχή της ιστορίας μας και η αλήθεια είναι πως δεν πρέπει να επεκταθούμε, καθώς υπάρχουν πολλές εκπλήξεις και ανατροπές που είναι καλύτερο ο παίκτης να ανακαλύψει μόνος του. Παλιοί χαρακτήρες (βασικοί και δευτερεύοντες), καθώς και τοποθεσίες, κάνουν την εμφάνιση τους, και στο σύνολo του παιχνιδιού συναντάμε μια αρκετά πιο στιβαρή, πλούσια και καλογραμμένη ιστορία με αρκετή εξέλιξη. Υπάρχει και πάλι μια σχετική αφέλεια στους διαλόγους, αλλά εδώ έχουμε πολύ πιο δουλεμένους χαρακτήρες και σχέσεις ανάμεσά τους, όπως και περαιτέρω κεφάλαια που εξελίσσουν διαρκώς την υπόθεση. Η ιστορία του GR2 ξεδιπλώνεται σε τέτοιο βαθμό, που σε πολλά σημεία του θα μπορούσε να ολοκληρωθεί το παιχνίδι, αλλά οι δημιουργοί του πρόσθεταν διαρκώς νέες εξελίξεις, και μάλιστα με πετυχημένο τρόπο. Ιδίως το τελευταίο μέρος του παιχνιδιού, αρκετές εταιρείες δεν θα δίσταζαν να το πουλήσουν και σαν DLC.

Πέραν της εξιστόρησης, όμως, κατακόρυφα εξελίσσεται και το game design στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού. Στον αρχικό τίτλο είχαμε το Hekseville χωρισμένο σε τέσσερα μέρη οριζόντια, ενώ εδώ η δόμηση γίνεται κατακόρυφα και, μάλιστα, οι ιπτάμενες πόλεις διαχωρίζονται ταξικά και βάση του πλούτου των εκάστοτε πολιτών (η πολυεπίπεδη ιστορία που λέγαμε). Η απολαυστική αίσθηση που έχει η πτήση από το ένα τμήμα στο άλλο, όταν νιώθεις την ταχύτητα της Kat στα χέρια σου όσο πλησιάζεις στον προορισμό, και διαγράφεται σταδιακά η νέα πόλη μπροστά μας, είναι απερίγραπτη. Αυτό ίσχυε και στον πρώτο τίτλο, αλλά η πτήση προς τα πάνω ή προς τα κάτω είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή.
Σημαντικό ρόλο σε αυτό, βέβαια, παίζει και το εκπληκτικό εικαστικό κομμάτι του τίτλου. Γεμάτο ιδέες στα περιβάλλοντα και αλάνθαστη επιλογή και συνδυασμό χρωμάτων, που κάνει το GR2 ένα από τα πιο καλαίσθητα παιχνίδια που έχουμε δει ποτέ. Για να λύσουμε και μια χρόνια παρερμήνευση επί ευκαιρίας, αισθητική δεν είναι ό,τι αρέσει στον καθένα, αλλά είναι μια ενιαία τέχνη που καλλιεργείται. Οι άνθρωποι του Japan studio, λοιπόν, δείχνουν να την έχουν καλλιεργήσει υπερβολικά αυτή την αίσθηση. Σε συνδυασμό μάλιστα με τις έντονες επιρροές από το Studio Ghibly, τη σταθερά καθηλωτική μουσική επένδυση του Kohei Tanaka, καθώς και τον εξ αρχής σχεδιασμό για τις οικιακές κονσόλες (κι όχι το PS Vita), το οπτικοακουστικό αποτέλεσμα είναι τουλάχιστον καθηλωτικό.

Εκτός αυτών, εξέλιξη έχουμε και στο gameplay που εμπλουτίζεται από δύο νέα σετ δυνάμεων. Στην πορεία του παιχνιδιού η Kat θα αποκτήσει τις δυνάμεις Lunar και Jupiter, τις οποίες και θα μπορούμε να εναλλάσσουμε στιγμιαία με το σύρσιμο του δαχτύλου μας προς τα πάνω ή προς τα κάτω στο touchpad του Dualshock 4. Στο Lunar mode η ηρωίδα μας γίνεται πιο ελαφριά και αποκτά νέους τρόπους στην κίνηση, όπως για παράδειγμα το πολύ μεγάλο άλμα. Στο Jupiter αποκτά βάρος, κάτι που μας καθιστά πιο δυσκίνητους, αλλά ικανούς να εξαπολύσουμε πολύ δυνατότερες επιθέσεις. Είτε με ενισχυμένο gravity kick, είτε με την συγκέντρωση πολλών αντικειμένων σε μια ενιαία μάζα, και την εξαπόλυσή της στον αντίπαλο.
Το καρέ των δυνάμεων κλείνει η special κίνηση Panther, που έρχεται σαν δεύτερο power move αργότερα στο παιχνίδι, και ενεργοποιείται όταν γεμίσει ο ανάλογος δείκτης. Ο συνδυασμός όλων των δυνάμεων σε μία μάχη λοιπόν, δίνει το κατάλληλο βάθος και την απαιτούμενη ποικιλία που χρειαζόταν ο αρχικός τίτλος. Οι εχθροί μας είναι αρκετά πιο γρήγοροι και δραστήριοι, με αποτέλεσμα να αστοχούμε πολλές φορές στα gravity kicks, και ίσως να χρειαζόταν ένα λίγο πιο ευνοϊκό σύστημα κλειδώματος, αλλά το επίπεδο δυσκολίας δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό ώστε να ενοχλεί έντονα. Παρότι, λοιπόν, δεν είναι πολλές οι φορές που θα συναντήσετε την οθόνη “game over”, υπάρχουν κάποια σημεία που έχριζαν περεταίρω δουλειάς.

Ένα από αυτά, είναι ότι οι εχθροί μας κινούνται τόσο γρήγορα που χάνονται διαρκώς από την οθόνη μας, και πρέπει να στριφογυρνάμε διαρκώς κι αδιαλείπτως προς πάσα κατεύθυνση. Το άλλο, και βασικότερο πρόβλημα, είναι η λειτουργία της κάμερας. Αρκετές φορές θα έχουμε crashes εικόνων και αντικειμένων, ενώ κάποιες άλλες η κάμερα θα μπερδεύεται και θα μας μεταφέρει (χωρίς να το θέλει) σε οπτική πρώτου προσώπου. Δεν είναι τόσο συχνό φαινόμενο, αλλά σε ένα τόσο γρήγορο και απαιτητικό gameplay, δημιουργείται μια σχετική σύγχυση. Στο σύνολό του, όμως, το gameplay εξακολουθεί να είναι απολαυστικό, ιδιαίτερο και σαφώς βελτιωμένο.
Μια εντελώς νέα προσθήκη είναι το online τμήμα καθώς απουσίαζε πλήρως από τον αρχικό τίτλο. Δεν προσφέρει κάτι σημαντικό, αλλά ακόμα κι αυτό, έχει τις καλές στιγμές του. Εκεί λοιπόν, μπορούμε να ανταλλάξουμε ψηφιακά challenges ή να ασχοληθούμε με το αρκετά ευχάριστο treasure hunting. Σε διάφορα σημεία του χάρτη, υπάρχουν κάποια διακοσμητικά μήλα, τα όποια θα συναντάμε τυχαία ή μέσα από τη φωτογραφία κάποιου άλλου παίκτη. Αφού μελετήσουμε το περιβάλλον της φωτογραφίας και το γύρω χώρο ανάλογα με την γωνία που αυτή έχει τραβηχτεί, θα πρέπει να ανακαλύψουμε το μέρος που κρύβεται το εκάστοτε μήλο, και με τη σειρά μας, να προσπαθήσουμε να τραβήξουμε όσο το δυνατόν πιο κατατοπιστική φωτογραφία για να βοηθήσουμε άλλους παίκτες.

Δεν είναι κάτι σημαντικό, αλλά σε ένα παιχνίδι που φλερτάρει με το open world, είναι μια ευχάριστη προσθήκη για να συμπληρώσει το σύνολο των αποστολών. Οι δευτερεύουσες αποστολές, τώρα, είναι αρκετά περισσότερες απ’ ό,τι στον αρχικό τίτλο, χωρίς όμως να σημαίνει ότι είναι πάντα πετυχημένες. Υπάρχουν αρκετές που είναι διασκεδαστικές ή προσφέρουν πληροφορίες για τον κόσμο και τους κατοίκους, αλλά υπάρχουν κι αρκετές που είναι βαρετές ή εντελώς ανούσιες. Υπάρχει βέβαια και μία που διεκδικεί με αξιώσεις το πιο obscure πράγμα που έχουμε κάνει σε video game, όπου ένας ηλικιωμένος μάς στέλνει να φωτογραφίσουμε πέντε όμορφες νεαρές καθότι είναι ζωτικής σημασίας για την υγεία του κι αν δεν του τις φέρουμε θα πεθάνει. Όταν του τις πάμε, μάλιστα, τις εξετάζει μία-μία και κάνει και σχόλια. Τα συμπεράσματα δικά σας.
Το σύνολο του gameplay συμπληρώνεται από κάποια άλλα τμήματα που σπάνε τη μονοτονία και προσφέρουν την απαραίτητη ποικιλία. Εκεί συναντάμε κάποιες stealth αποστολές, που δυστυχώς δημιουργήθηκαν απλά για να υπάρχουν στο σύνολο, χωρίς να σχεδιαστεί το ανάλογο σύστημα να τις υποστηρίξει. Αποτέλεσμα αυτού, είναι να προσπαθούμε απλά να μη γίνουμε αντιληπτοί χωρίς κάποια έξτρα κίνηση ή σχετική προσαρμογή του level design. Έτσι, απλά καταλήγουμε να δοκιμάζουμε τυχαία διαδρομές μέχρι να βρούμε το σημείο που θα κινηθούμε χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί. Υπάρχουν όμως και τμήματα που επιτυγχάνουν το σκοπό τους, όπως η υπέροχη puzzle πίστα που θα λύνουμε γρίφους περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα εξυφαίνουμαι το κουβάρι της ιστορίας της Kat.

Εξετάζοντας το Gravity Rush 2, λοιπόν, σαν μεμονωμένο τίτλο, έχουμε σίγουρα στα χέρια μας ένα εξαιρετικό παιχνίδι. Βλέποντας το όμως και σαν sequel, ανεβάζει ακόμα πιο ψηλά τον πήχη της ποιότητας, καθώς έκανε σχεδόν όλα τα βήματα που έπρεπε και πήρε όλες τις σωστές αποφάσεις. Σκεφτόμενοι τι παράπονα είχαμε από το πρώτο παιχνίδι, οι άνθρωποι του Japan studio, είναι σαν να μας άκουσαν και να θέλησαν να κλείσουν κάθε πιθανή τρυπά. Παρέδωσαν ένα πολύ πιο στιβαρό σενάριο, μεγαλύτερο κόσμο, ποικιλία στους εχθρούς, εμπλουτισμένο σύστημα μάχης, περισσότερο περιεχόμενο και διάρκεια. Στη γνωστή συνταγή, δηλαδή, αλλά βελτιωμένο σε όλους τους επιμέρους τομείς. Aν αυτό δεν είναι ο ορισμός του σωστού sequel, τότε δεν ξέρουμε τι είναι.